σιγοντάρω

και σιγουντάρω Ν
βλ. σε(γ)κοντάρω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγοντάρω — σιγοντάρω, σιγοντάρισα βλ. πίν. 55 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σιγοντάρω — βλ. σεγκοντάρω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεγκοντάρω — και σεκοντάρω και σιγοντάρω Ν 1. κάνω τη δεύτερη φωνή κατά την εκτέλεση ενός τραγουδιού, κάνω σεγκόντο 2. συνεκδ. βοηθώ, υποστηρίζω κάποιον σε μια άποψη ή ενέργειά του. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. secondare (βλ. λ. σεγκόντο)] …   Dictionary of Greek

  • ακομπανιάρω — (λ. ιταλ.) 1. συνοδεύω με μουσικό όργανο άλλο όργανο ή τραγουδιστή: Το μόνο που έκανε εκείνος είναι ότι ακομπάνιαρε. 2. ενισχύω τη γνώμη κάποιου, σιγοντάρω: Δεν παρέλειπες και συ να ακομπανιάρεις σε όσα έλεγε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεγκοντάρω — και σιγοντάρω (λ. ιταλ.), υποστηρίζω, υποβοηθώ: Τον σιγοντάρουν κι άλλοι σ αυτό το έργο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.